"Δεν ξέρω αν είμαι Αριστερός ή Αναρχικός, αυτό που ξέρω είναι ότι δε θέλω να πεθάνω μαλάκας"

Print Friendly, PDF & Email

Ένας μεγάλος διανοητής, κοινωνικός ακτιβιστής, λογοτέχνης, δημοσιογράφος και πολιτικός, ο Περικλής Κοροβέσης, άφησε σήμερα την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 79 ετών, έπειτα από σύντομη νοσηλεία του σε νοσοκομείο.

Ακολουθεί βίντεο μιας από τις πρόσφατες συνεντεύξεις όπου μιλάει για τη ζωή του:

Η ανακοίνωση της  ΕΣΗΕΑ αναφέρει:

“Ο Περικλής Κοροβέσης γεννήθηκε το 1941 στο Αργοστόλι Κεφαλλονιάς. Το 1957, μετεγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Αθήνα και συγκεκριμένα στα Πατήσια, μια γειτονιά που αγάπησε και δεν εγκατέλειψε ποτέ.

Σπούδασε Θέατρο με τον Δ. Ροντήρη στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και Σημειολογία με τον Ρολάντ Μπάρτ, στην Ecole Des Hautes Etudes en Sciences Sociales στο Παρίσι. Στην ίδια σχολή παρακολούθησε, επίσης, μαθήματα του Πιέρ Βιντάλ Νακέ σχετικά με τη σύγκριση των Αρχαίων Θρησκειών με ειδικό προσανατολισμό τη θρησκεία της Αρχαίας Ελλάδας.

Από νεαρή ηλικία μετείχε στο κίνημα της Αριστεράς και μπήκε από τους πρώτους στην Αντίσταση κατά της Χούντας, το 1967, με αποτέλεσμα να συλληφθεί να εξορισθεί και να φυλακισθεί. Με την αμνηστία του 1968 αποφυλακίστηκε, έδωσε συνεντεύξεις για τη χούντα και τα βασανιστήρια, και όταν άρχισαν ξανά να τον αναζητούν, διέφυγε μέσω Τουρκίας στην Ευρώπη. Το 1969 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, τους “Ανθρωποφύλακες” με το οποίο έκανε ευρύτατα γνωστά τα βασανιστήρια στα οποία επιδιδόταν η χούντα κατά των αντιπάλων της, αποτυπώνοντας και την προσωπική του εμπειρία. Το βιβλίο αυτό, που κατόρθωσε να πέρασει τα κλειστά σύνορα της χώρας, αφύπνισε ολόκληρη την Ευρώπη για το τι πραγματικά συνέβαινε στη χώρα μας, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, προκαλώντας το ενδιαφέρον και το θαυμασμό σημαντικών ανθρώπων και έγινε παγκόσμιο γεγονός, αφού προκάλεσε την αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Ο Περικλής Κοροβέσης κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό έζησε στην Αγγλία, την Γερμανία, την Ελβετία, τη Σουηδία και τη Γαλλία και μαθήτευσε κοντά σε μεγάλους δασκάλους και διανοούμενους της εποχής. Μετά τη Μεταπολίτευση επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα.

Συνέγραψε και εξέδωσε πολλά βιβλία, όπως “Η Αριστερή Ανακύκλωση”, “Παράπλευρες καθημερινές απώλειες”, “Οι Γυναίκες ευσεβείς του πάθους”, “Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική”, “Στο κέντρο του περιθωρίου¨ κ.ά., συνέγραψε θεατρικά έργα, όπως το “Tango Bar”, αλλά και παιδικά.

Από το 1979 αρθρογραφούσε συστηματικά σε διάφορα έντυπα του εσωτερικού και του εξωτερικού. Υπήρξε αρθρογράφος της “Πρώτης” και από το 1992 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα “Ελευθεροτυπία”. Εργάστηκε επίσης στην “Εποχή” και στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, ενώ είχε συνεργασίες και με διάφορα περιοδικά, πολιτικά ή λογοτεχνικά, όπως η “Γαλέρα”.

Την αρθρογραφία του από το 1979 έως το 1995 εξέδωσε σε δύο βιβλία: “Εμπορία Ειδήσεων” και “Μ’ εξακόσιες λέξεις”. Είχε δουλέψει επίσης στη Σουηδική τηλεόραση και το ραδιόφωνο.
Υπήρξε μέλος της Ένωσης Σουηδών Δημοσιογράφων (1980-1999), της Ένωσης Σουηδών Θεατρικών Συγγραφέων (1990-1999), της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και της Ένωσης Σουηδών Λογοτεχνών.

Από το 2001 ήταν τακτικό μέλος της ΕΣΗΕΑ, ενώ θήτευσε επίσης ως Πρόεδρος του Πειθαρχικού της Συμβουλίου και μέλος του Μορφωτικού της Ιδρύματος.

Το 1998 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων, με το συνδυασμό του Λέοντα Αυδή (ΚΚΕ). Αργότερα, εκλέχθηκε βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ το 2007 στην Α΄ Περιφέρεια Αθηνών και μετείχε στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, που ήταν μέλος της Διπλωματικής Αντιπροσωπείας για τη φιλία και συνεργασία με τα κοινοβούλια της Γεωργίας, Νότιας Αφρικής και Σουηδίας.

Ο Περικλής Κοροβέσης ήταν μέχρι την τελευταία στιγμή ενεργός και είχε μεγάλο ενδιαφέρον για όλα τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα. Το τελευταίο του άρθρο που δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα Των Συντακτών» στις 7 Μαρτίου, είχε τίτλο «Άνθρωποι χωρίς υπόσταση».

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ εκφράζει τα βαθύτατα συλλυπητήριά του στους οικείους του και αποχαιρετά με θλίψη το εκλεκτό της μέλος, έναν διανοητή και μαχητικό υπερασπιστή της Δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων από οποιαδήποτε επιβουλή.

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ”